ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΗΣ ΠΡΟΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ: ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΛΥΘΕΙ «ΤΟ ΒΑΣΙΚΟΝ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

ΤΗΣ ΠΛΗΜΜΕΛΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ»

 

Tριαντάφυλλος ΔΟΥΚΑΣ

Υπ. Δρ Πανεπιστημίου Πατρών

Απόφοιτος ΕΣΔΔ

 

 

ABSTRACT

This essay presents the engrossment and the efforts for the establishment of a preparatory school for the civil servants in Greece , mainly during the post- war years. The legislation in forse, the reports of the experts in Greek public administration ( Varvaressos, Marangopoulos, Langrod, Staytianopoylos) as well as the weaknesses that are observed in the efforts of the foundation of the specific preparatory school ( KMODD during the junta period, SEDY in 1975). This essay also examines the partially successful foundation of the National School of Public Administration and the obstacles that arose after this foundation. In conclusion, the essay indicates the distance between the proposals of the experts  and the claims of the performers on the one hand and the reality in public administration on the other. This distance is mainly attributed to the existing administrative culture.

 

 

Η πρώτη προσπάθεια για την ίδρυση σχολής για την εκπαίδευση των δημοσίων υπαλλήλων της χώρας γίνεται μόλις το 1906. Πρόκειται για το νομοσχέδιο «Περί καταστάσεως δημοσίων υπαλλήλων, υπηρεσιών αναγομένων εις τά Υπουργεία τών Εσωτερικών, τών Οικονομικών, τής Δικαιοσύνης και τών Εκκλησιαστικών και τής Δημ. Εκπαιδεύσεως» (Πρακτικά Βουλής 1906, σ. 104), το οποίο υποβάλλει στη Βουλή στις 24 Μαΐου 1906, ο υπουργός των Οικονομικών Ανάργυρος Σιμόπουλος, της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη. Με το άρθρο 31 «Περί συστάσεως ειδικής Σχολής δημοσίων υπαλλήλων» (Νομοσχέδιο 1906, σ. 166-167),  προβλεπόταν ίδρυση στην Αθήνα, υπό τη διεύθυνση του διευθυντή του Πολυτεχνείου, «ειδικής σχολής» για τη μόρφωση υπαλλήλων των διαφόρων κλάδων της οικονομικής υπηρεσίας και του διοικητικού κλάδου. Η σχολή  θα περιελάμβανε τέσσερα τμήματα: «α) τμήμα εφοριακόν, β) τμήμα ταμιακόν, γ) τμήμα τελωνειακόν, δ) τμήμα διοικητικόν.» (Πρακτικά Βουλής 1906, όπ.π.). Οι σπουδαστές που θα εγγράφονταν σε αυτή έπρεπε να  έχουν απολυτήριο γυμνασίου και  να καταβάλλουν ετήσια δίδακτρα 50 δρχ. Καθηγητές διορίζονταν από τους καθηγητές του Πολυτεχνείου, του Πανεπιστημίου καθώς και εκ των ανωτέρων οικονομικών υπαλλήλων, με Β.Δ. ύστερα από πρόταση των υπουργών Εσωτερικών και των Οικονομικών. Οι αποφοιτήσαντες από τη σχολή αυτή σπουδαστές προβλεπόταν να διορίζονται σε κλάδο του τμήματος του οποίου έχουν δίπλωμα. Το νομοσχέδιο αυτό δε θα ψηφιστεί από τη Βουλή τελικά.

            Η επόμενη απόπειρα προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, ψηφίστηκε σε νόμο από το κοινοβούλιο, αλλά δεν μετουσιώθηκε σε πράξη. Ήδη είχε αρχίσει να ωριμάζει η ιδέα της δημιουργίας σχολής εκπαίδευσης δημοσίων υπαλλήλων μετά δε από την ψήφιση της συνταγματικής μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Έτσι ο καθηγητής της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Αγγελόπουλος επεσήμανε από το 1914 το πρόβλημα του ανθρώπινου δυναμικού της διοίκησης[1] και πρότεινε μια  «καλώς διοικούμενη σχολή, ... άμα των πέρατι των γυμνασιακών αυτών σπουδών, και εν η μετά της θεωρητικής μορφώσεως θα συνεδιάζετο η τε πρακτική άσκησις και η κοινωνική αγωγή, θα υπεβοήθη μεγάλως το έργον του νομοθέτου και θα παρασκεύαζεν, εντός βραχέως σχετικώς χρονικού διαστήματος υπαλλήλους μεμερφωμένους και εμπεφορημένους δε του πνεύματος της τάξεως και της πειθαρχίας.» (Αγγελόπουλος,1914, σ.71-72). Μέσα σε αυτό το κλίμα, οκτώ χρόνια αργότερα ψηφίστηκε από τη Βουλή νομοσχέδιο το οποίο αφορούσε την ίδρυση σχολής διοικητικής εκπαίδευσης, αλλά δεν υλοποιήθηκε στην πράξη, λόγω των έκτακτων συνθηκών που ακολούθησαν τη μικρασιατική καταστροφή. Πρόκειται για το Νόμο 3000 «Περί ιδρύσεως Σχολής Διοικητικών Υπαλλήλων», της 10-12 Αυγούστου 1922 (ΦΕΚ 143, τ. Α΄). Η σχολή όπως προκύπτει παρακάτω είχε αρκετα κοινά στοιχεία με τη σημερινή Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (ΕΣΔΔ). Επρόκειτο για διετούς φοιτήσεως σχολή στην οποία θα γινόταν δεκτοί, κατόπιν εισιτηρίων εξετάσεων,  πτυχιούχοι νομικών και πολιτικών επιστημών ή διπλωματούχοι της Ανωτάτης Εμπορικής σχολής με ηλικία μικρότερη των τριάντα ετών. Οι σπουδαστές της σχολής «διορίζονται εις ο εδήλωσαν Υπουργείον δόκιμοι ακόλουθοι, υποχρεούνται δε να διακούσωσι τα μαθήματα της Σχολής και να ασκηθώσι πρακτικώς εις την υπηρεσίαν της αρμοδιότητος του Υπουργείου, εις ο ανήκωσιν, ονομάζονται δε ακόλουθοι, κατατασσόμενοι παρά τοις οικείοις Υπουργείοις κατά την σειράν  της επιτυχίας αυτών, εάν ευδοκιμήσωσιν εις τάς απολυτηρίους εξετάσεις της Σχολής.»( Νόμος 3000/ 1922 άρθρο 2, παρ. 3). Επίσης για την ίδια  σχολή προβλεπόταν καθηγητικές έδρες όχι πάνω από δεκαπέντε, διακρινόμενες σε τακτικές και έκτακτες.

            Την πρώτη μεταπολεμική περίοδο δεν παρατηρούνται ανάλογες προσπάθειες για την αναδιοργάνωση και τον εξορθολογισμό της εκπαίδευσης των υπαλλήλων της ελληνικής διοίκησης, παρότι ακούστηκαν πρώιμα φωνές ειδικών προς αυτή την κατεύθυνση. Ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας του 1951, παρότι περιέλαβε στις διατάξεις του την επιμορφωτική διαδικασία για το υπαλληλικό προσωπικό της χώρας, δε εξειδικεύτηκε αργότερα από ανάλογες ρυθμίσεις και μέτρα. Όμως η ανάγκη εξορθολογισμού της διοίκησης καταγράφεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, στις εκθέσεις δυο κορυφαίων  Ελλήνων επιστημόνων της εποχής, του Γεώργιου Μαραγκόπουλου και του Κυριάκου Βαρβαρέσσου. Ο Βαρβαρέσσος στην περίφημη έκθεσή του « Επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας, διαπίστωνε ότι « εις το μέλλον ουδεμία πραγματική βελτίωσις τών οικονομικών της χώρας θα καταστεί δυνατή, εφ’ όσον δεν αντιμετωπίζεται το βασικόν τούτο πρόβλημα τής πλημελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής. [Οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο.]» (Βαρβαρέσσος, 2002, σ. 282). Πρότεινε έτσι  τη συγκρότηση επιτροπής από επιφανείς προσωπικότητες της χώρας καθώς επίσης και τη διενέργεια κεντρικά κατευθυνόμενου αδιάβλητου διαγωνισμού για την πλήρωση των κενών θέσεων του δημοσίου, ο οποίος και θα εποπτευόταν από μια ενιαία «Υπηρεσία διαγωνισμών και προσλήψεως προσωπικού δια τας δημοσίας υπηρεσίας.» (Βαρβαρέσσος, 2002,  σ. 296). Θεωρούσε δε ότι η ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε η χώρα από τη διοικητική μεταρρύθμιση θα ήταν μεγαλύτερη από αυτή που θα προέκυπτε «από τήν εκτέλεσιν καί τών πλέον δαπανηρών και μεγαλεπηβόλων σχεδίων»( Βαρβαρέσσος, 2002, σ. 300.). Συμπλήρωνε δε εύστοχα και αιχμηρά  ότι πρόκειται «περί ωφελείας, την οποίαν εξαρτάται από ημάς και μόνους  να εξασφαλίσωμεν εις τήν Χώραν.» (Βαρβαρέσσος, 2002, όπ.π.).

Ο Γεώργιος Μαραγκόπουλος από τη μεριά του στο ίδιο πνεύμα με τον Βαρβαρέσσο τόνιζε στην αρχή της έκθεσής του ότι « Η επιτυχία οιουδήποτε υγιούς προγράμματος διοικητικής μεταρρυθμίσεως εξαρτάται, κατά μέγα μέρος, από τήν ύπαρξιν ενός ορθού συστήματος επιλογής και εκπαιδεύσεως των δημοσίων υπαλλήλων. Διότι η διοικητική μεταρρύθμισης είναι κυρίως ‘πρόβλημα προσώπων’. [Οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο.]» ( Μαραγκόπουλος, 1950, σ. 95.). Έτσι συνηγορούσε και αυτός στη δημιουργία μιας κεντρικής αρχής που να υπάγεται κατευθείαν στον πρόεδρο της κυβέρνησης  για τη διενέργεια προσλήψεων στο δημόσιο μέσω διαγωνισμού. Κυρίως όμως, έχοντας υπόψη του το παράδειγμα της αρτισύστατης τότε γαλλικής ΕΝΑ ( Ecole Nationale dAdministration) τόνιζε την ανάγκη δημιουργίας στη χώρα μιας Ανώτατης Σχολής Διοικητικής Μορφώσεως. Το πρότυπό του φυσικά λόγω αυτής της ειδικής γνώσης του για την ΕΝΑ, ταίριαζε κατά πολύ στη μελλοντική Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, όπως θα αναλυθεί και παρακάτω. Συνηγορούσε στη συμμετοχή στο διαγωνισμό της όλων των κατηγοριών πτυχιούχων των ελληνικών πανεπιστημίων. Αμφισβητούσε δε τη μονομέρεια των νομικών σπουδών, ως επαρκούς εργαλείου μόρφωσης του υπαλληλικού προσωπικού, ανάγοντάς την στην κληρονομιά του κράτους δικαίου του 19ου αιώνα. Ακολούθησαν αρκετά χρόνια μέχρι να παρουσιαστεί κάποια έκθεση με προτάσεις σχετικά με το μέλλον της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Αυτό έγινε στις αρχές του 1964 από τον Georges Langrod στα πλαίσια της μετάκλησης του επιφανούς αυτού  εμπειρογνώμονα του ΟΟΣΑ από την τότε ελληνική κυβέρνηση[2]. Από τον Langrod συντάσσεται «Έκθεσις αφορώσαν την αναδιοργάνωσιν των Δημοσίων Υπηρεσιών  εν Ελλάδι ». Η έκθεση ολοκληρώθηκε σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου δια του αρχηγού της Γεωργίου Παπανδρέου χαρακτήρισε, μετά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της προηγούμενης χρονιάς,  το έτος 1965 ως το «‘έτος της Δημοσίας Διοικήσεως’, δηλαδή , της ‘αναδιοργανώσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών’». (Μακρυδημήτρης & Μιχαλόπουλος, 2000, σ. 39). Ο συντάκτης «της πιο διάσημης ίσως από τις εκθέσεις των εμπειρογνωμώνων κατά την μεταπολεμική περίοδο» (Μακρυδημήτρης & Μιχαλόπουλος, 2000, σ. 36) διατεινόταν ότι «η Διοίκησις παρουσιάζει σήμερον μωσαϊκόν οργάνων ανεπαρκώς συντονισμένων, απομεμονωμένων (υπό πολλούς επόψεις) το εν από το άλλο, αποτελούντων συγχρόνως, ισάριθμα κεχωρημένα ‘οχυρά’» (Langrod ,1964α, σ. 36) και παράλληλες μικρές αυτοκρατορίες που ευνοούν τον πολιτικό φατριασμό. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος πρότεινε τη δημιουργία μιας νέας  διυπουργικής κατηγορίας ανώτερων υπαλλήλων, οι οποίοι δε θα ήταν μόνιμα τοποθετημένοι σε κάποιο υπουργείο αλλά θα ανήκαν σε ένα κεντρικό όργανο, «ούτως ώστε να αποτελούν ούτοι εν διαρκές απόθεμα επιλέκτων υπαλλήλων, δυνάμενων να αποσπασθούν επί ωρισμένον χρόνον εις διαφόρους θέσεις και εις διάφορα υπουργεία [Οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο.]» (Langrod ,1964α, σ. 112). Την κατηγορία αυτή ονόμαζε «Ε» από το Ελλάς. Αμφισβητούσε και αυτός με τη σειρά του την επάρκεια των νομικών σπουδών, ως μοναδικό εφόδιο ενός διοικητικού επιστήμονα, παροτρύνοντας τις  σχετικές σχολές να εισάγουν στα προγράμματα σπουδών τους μαθήματα διοικητικής επιστήμης. Σε σχέση με τη διοικητική εκπαίδευση η έκθεση έδινε μεγάλη έμφαση στην κατάρτιση και στη συντονισμένη δράση μιας πολιτικής εκπαίδευσης δημοσίων υπαλλήλων που θα κάλυπτε όλο το πλαίσιο της διοίκησης. Έκανε διάκριση μεταξύ εκπαίδευσης στην υπηρεσία και μετεκπαίδευσης. Πρότεινε καταρχήν την επιμόρφωση στο Ινστιτούτο Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου. Ακόμη σημαντικότερη ήταν η πρότασή του για τη δημιουργία Σχολής Δημόσιας Διοικήσεως κατά τα πρότυπα της σχολής της Γαλλίας. Οι προτάσεις του συνάντησαν «ευρεία αποδοχή, αλλά, παρά την ευφορία η οποία συνόδευσε την έκθεσή του, η υλοποίησή τους δεν επιτεύχθη.»(Καρκατσούλης, 1998, σ. 104). Έτσι ο Langrod λίγο αργότερα στη δεύτερη έκθεσή του τόνιζε ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί συντονισμός και κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ανώτατης εκπαίδευσης και διοίκησης. Έτσι τις όποιες ελπίδες του τις εναπόθετε στην « ένωσιν ωρισμένων Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων των Αθηνών, κειμένων εκτός του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, εις εν νέον ¨Αττικόν¨ Πανεπιστήμιον» (Langrod, 1964β, σ. 33- 34)  στο οποίο υπήρχε η προοπτική ιδρύσεως σχολής Δημόσιας Διοικήσεως εντός του.

Η επόμενη προσπάθεια για την αναδιοργάνωση της  εκπαίδευσης των δημοσίων υπαλλήλων της χώρας γίνεται στην περίοδο της χουντικής επταετίας στην Ελλάδα με τη δημιουργία του Κέντρου Μετεκπαιδεύσεως Οργάνων Δημόσιας Διοικήσεως (ΚΜΟΔΔ) μέσα από το Βασιλικό Διάταγμα 323 της 14ης Μαϊου του 1969. Το ΚΜΟΔΔ ανήκε στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως και στόχευε μέσα από ένα ενδοδιοικητικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, τόσο στην ανανέωση των γνώσεων των ανώτερων υπαλλήλων της διοίκησης, όσο και στην κατάρτιση και ενημέρωση των πρωτοδιοριζόμενων. Την όποια προσπάθειά του να αποδώσει καρπούς αυτός ο θεσμός - καθώς και οι απορρέουσες από αυτόν Μονάδες Εκπαίδευσης (ΜΟΕΚ) στα επιμέρους υπουργεία- την περιόριζε σαφώς το ολοκληρωτικό πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής και έτσι με βάση μόνο τα οργανωτικά χαρακτηριστικά τους, η δράση τους, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «θετική» (Καρκατσούλης, 1998, σ. 105). Ως προς αυτό το τελευταίο αξίζει να σημειωθεί ότι το ΚΜΟΔΔ στα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας του πραγματοποίησε δεκαοκτώ προγράμματα από τα οποία επιμορφώθηκαν 2.310 υπάλληλοι εκ των οποίων οι μισοί περίπου πέρασαν από το πρόγραμμα ταχύρυθμης εκπαίδευσης, διάρκειας εννέα εβδομάδων (Υπουργείον Προεδρίας της Κυβερνήσεως, 1971, σ. 33, 255)[3].

Μεταπολιτευτικά και από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή καταγράφηκε μια νέα προσπάθεια. Το 1975 δημιουργείται η Σχολή Επιμόρφωσης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΣΕΔΥ) με τον νόμο 232/ 1975. Η ΣΕΔΥ στην πράξη λειτούργησε ως μονάδα επιμόρφωσης των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων, παρόλο που το σημαντικότερο σε αυτή την προσπάθεια δεν ήταν «το επιμορφωτικό πρόγραμμα της ΣΕΔΥ αυτό καθ’ αυτό, αλλά η ματαιωθείσα επιδίωξη του νομοθέτη να αποτελέσει σχολή εκπαίδευσης και όχι σχολή επιμόρφωσης.» (Νόμος 232/ 1975), μετά από αντιδράσεις και της τότε αντιπολίτευσης. Η ΣΕΔΥ είχε ετήσιας διάρκειας, κατά κανόνα επιμορφωτικά προγράμματα. Ένα αρνητικό στοιχείο του θεσμού αυτού ήταν και η εξάρτηση της προαγωγής σε ανώτερους βαθμούς της υπαλληλίας από την επιμόρφωση σε αυτόν. Έτσι δημιουργήθηκε μια επετηρίδα υποψηφίων επιμορφούμενων, και κατ’ επέκταση δυνάμει προαγώγιμων δημοσίων υπαλλήλων από τη ΣΕΔΥ, καθότι δικαίωμα να φοιτήσει σε αυτή είχε όλη η πολιτική υπαλληλία της χώρας. Τόσο η ΣΕΔΥ, όσο και το ΚΜΟΔΔ ήταν ημιανεξάρτητοι φορείς υπαγόμενοι στο Υπουργείο Προεδρίας.

Από τα παραπάνω φαίνονται οι προσπάθειες για τη δημιουργία παραγωγικής σχολής υψηλόβαθμων στελεχών στην ελληνική δημόσια διοίκηση, μέχρι τη δεκαετία του 1980 παρέμειναν ανολοκλήρωτες. Την έλλειψη αυτή ήρθε να καλύψει η θεσμοθέτηση, οκτώ χρόνια αργότερα από την κυβέρνηση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Το όλο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα της ίδρυσης της σχολής έλαβε χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια του εκδημοκρατισμού πήρε λαϊκιστική πορεία και είχε σαν συνέπεια για τη διοίκηση την ισοπέδωση κάθε έννοιας  ιεραρχικής διαφοροποίησης, την κατάργηση της βαθμίδας των γενικών διευθυντών και την αντικατάστασή τους από ΄΄πολιτικούς συμβούλους΄΄, το διορισμό με βάση κοινωνικά κριτήρια και την εξέλιξη από πολιτικά ελεγχόμενα υπηρεσιακά συμβούλια (Spanou, 1996). Η θεσμοθέτηση όμως της ΕΣΔΔ παρότι γινόταν την ίδια περίοδο δε διαπνεόταν από το ίδιο πνεύμα. Έτσι  «η δημιουργία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, η οποία υποτίθετο ότι θα παρήγαγε μια διοικητική elite [δήλωνε ότι] ο λαϊκισμός, ενώ κυριαρχούσε, δεν ήταν η μοναδική όψη της ιδεολογίας και της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ.» ( Spanou, 1996, σ. 106).

Η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (ΕΣΔΔ) ιδρύθηκε με βάση το νόμο 1388/1983που αφορούσε στην «Ίδρυση Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης». Το κέντρο αυτό  αποτελούνταν από δύο υπηρεσιακές μονάδες: την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και το Ινστιτούτο Διαρκούς Επιμόρφωσης. Η ιδρυτική ιδιομορφία του Κέντρου συνίστατο στο ότι εμπεριείχε «στους κόλπους του το σύστημα της προεισαγωγικής εκπαίδευσης όπως και εκείνο της διαρκούς επιμόρφωσης χωρίς να επιλέγει μεταξύ των δύο συστημάτων» ( Φλογαϊτης, 1996, σ. 19).  κατά τη διεθνή πρακτική. Για την ΕΣΔΔ ο νόμος αυτός καθώς  και  η εισηγητική έκθεσή του φανέρωναν ότι δεν επρόκειτο για την ίδρυση ενός  ακόμη ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ανάμεσα στα πολλά που ιδρύονται εκείνη την περίοδο, αλλά έχουμε για μια sui generis παραγωγική σχολή, η οποία είχε σκοπό να παράσχει αναβαθμισμένη, σε σχέση με τα προϋπάρχοντα δεδομένα, εκπαίδευση σε υποψήφια στελέχη- δόκιμους δημόσιους υπαλλήλους με προοπτικές ταχείας εξέλιξης στον ευρύτερο, αλλά και στο στενότερο, δημόσιο τομέα. Για τους υποψηφίους αναγνωριζόταν ως τυπικό προσόν για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό το πτυχίο οποιασδήποτε ανώτατης ή ανώτερης σχολής ή η πενταετή υπηρεσία στο δημόσιο με την παράλληλη κατοχή απολυτηρίου μέσης εκπαίδευσης[4].

 Από την παρουσίαση των δεδομένων στον ιδρυτικό νόμο, στην εισηγητική έκθεση αυτού καθώς και στις συζητήσεις στο κοινοβούλιο  φαίνεται πως λαμβανόταν υπόψη ο προβληματισμός που είχε τεθεί για την προεισαγωγική εκπαίδευση των δημοσίων υπαλλήλων από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και εξής. Έτσι α) προβλεπόταν η ίδρυση τμήματος διυπουργικών στελεχών ως τρίτη φάση σπουδών για τους αριστεύσαντες στις άλλες δύο στις οποίες διαρκούσε η σχολή, πρόβλεψη η οποία στη συνέχεια έμεινε γράμμα κενό, β) η λειτουργία της τοποθετούνταν εκτός του προϋπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος και   γ) η ΕΣΔΔ είχε ως πρότυπό της την αντίστοιχη –πετυχημένη και φημισμένη- γαλλική ΕΝΑ (Ecole Nationale dAdministration), η οποία ιδρύθηκε εκεί το 1947 και έκτοτε οι απόφοιτοί της εντάσσονται στη δημόσια διοίκηση και ειδικότερα στην παράδοση των μεγάλων σωμάτων (grand corps)[5]. Αυτό προέκυπτε ειδικότερα από τις ομοιότητες, που αφορούσαν στη δομή του διοικητικού συμβουλίου της σχολής, στις φάσεις, στο περιεχόμενο και στη διάρκεια σπουδών στην ΕΣΔΔ, στον επαγγελματικό χαρακτήρα της σχολής, στη σύνθεση και στο μη μόνιμο χαρακτήρα του διδακτικού προσωπικού, στη διαδικασία και στα προβλεπόμενα προσόντα των υποψηφίων για το διαγωνισμό, ο οποίος προέβλεπε δύο φάσεις καθώς και στις θέσεις ευθύνης για τις οποίες προορίζονται οι απόφοιτοί της[6]. Χαρακτηριστικά, ο εισηγητής της πλειοψηφίας Γεώργιος Παπανδρέου κατά τη συζήτηση στη Βουλή του ιδρυτικού νόμου της ΕΣΔΔ, το καλοκαίρι του 1983 υποστήριζε πως η σχολή α) δε θα  μπορούσε να ανήκει στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση μια και θα δημιουργούνταν προβλήματα διεκδίκησης από ιδρύματα αυτής αλλά και προβλήματα σχετικά με τη φύση του υπηρεσιακού καθεστώτος των σπουδαστών, αλλά ούτε και θα την υποβάθμιζε μια και θα έδινε δίοδο στους αποφοίτους της στο δημόσιο τομέα, β) θα μπορούσε να προσαρμόζεται ευκολότερα στις ανάγκες της διοίκησης και να είναι περισσότερο ευέλικτη στην καινοτομία μέσα από τη μη ύπαρξη μόνιμου διδακτικού προσωπικού[7], γ) θα χρησιμοποιούσε μια νέα παιδαγωγική πέρα από την κλασική σχέση σπουδαστή- καθηγητή  μια και θα μπορούσε να περάσει έτσι «ένα πνεύμα συλλογικής λειτουργίας, γιατί ο υπάλληλος συμμετέχει σε συμβούλια,  σε επιτροπές, σε τμήματα, δηλαδή καθημερινά είναι σε μια λειτουργία συλλογική με τους συνανθρώπους του.» (Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων, 1983, σ. 694), δ) θα χρειαζόταν «άτομα διαφορετικών γνωστικών και κοινωνικών προελεύσεων, που η ίδια τους η πλούσια εμπειρία ζωής θα [ήταν]  και αυτή ένα μέρος της εκπαίδευσης» (Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων, 1983, όπ.π.).   

 Ο ιδρυτικός νόμος όριζε τη σύσταση επτά τμημάτων- κατευθύνσεων για τη σχολή και σε αυτό διαφοροποιούνταν από το γαλλικό πρότυπο: α) το τμήμα διοικητικής δικαιοσύνης για την κάλυψη θέσεων εισηγητών στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή παρέδρων πρωτοδικών των διοικητικών δικαστηρίων[8], β) το τμήμα διπλωματικής κατεύθυνσης, για το διορισμό σε θέσεις ακολούθων πρεσβειών και ακολούθων τύπου, γ) το τμήμα οικονομικής κατεύθυνσης για τη δημιουργία οικονομικών στελεχών των δημόσιων υπηρεσιών καθώς και εμπορικών ακολούθων, δ) το τμήμα πολιτιστικής κατεύθυνσης «για τη δημιουργία στελεχών για τις δημόσιες υπηρεσίες με σκοπό την ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου του λαού και των νέων, για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και τις πολιτιστικές ανταλλαγές με ξένες χώρες.» (Νόμος 1388/1983, άρθρο 14), ε) το τμήμα κοινωνικής κατεύθυνσης «για τη δημιουργία στελεχών των δημόσιων υπηρεσιών με σκοπό την άσκηση κοινωνικής πολιτικής που αποβλέπει στην προσφορά ίσων και ολοκληρωμένων παροχών προς τους πολίτες με βάση το γενικότερο συμφέρον, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισονομία, την ισοπολιτεία και την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων.» (Νόμος 1388/1983, άρθρο 14), στ) το τμήμα γενικής διοίκησης, για τη δημιουργία στελεχών των διοικητικών κλάδων των δημοσίων υπηρεσιών και ζ) το τμήμα τοπικής αυτοδιοίκησης για στελέχη των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

 Ο ίδιος νόμος όριζε ότι «Ο αριθμός των τμημάτων και το περιεχόμενο της αποστολής τους μπορούν να μεταβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ του κέντρου.» (Νόμος 1388/1983). Η έκδοση τέτοιου είδους υπουργικών αποφάσεων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα του ιδρυτικού νόμου για διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια του κέντρου και κατ’ επέκταση και της σχολής και φανερώνουν τη de facto διοικητική εξάρτηση της σχολής από τον εμπεριέχοντα φορέα-Υπουργείο.  Αυτή η διάταξη οδήγησε αργότερα στη βαθμιαία αποψίλωση τμημάτων της σχολής στην πορεία του χρόνου. Η αρχή έγινε μόλις το 1986, με την κατάργηση των τμημάτων πολιτιστικής κατεύθυνσης και κοινωνικής κατεύθυνσης με βάση την Υπουργική Απόφαση 5727/19-6-1986 και του τμήματος οικονομικής κατεύθυνσης με βάση την Υπουργική Απόφαση 6700/23-7-1986. Τα τρία αυτά τμήματα συγχωνεύθηκαν και ενσωματώθηκαν στο τμήμα γενικής διοίκησης. Τα τμήματα αυτά δεν λειτούργησαν ποτέ εντός της σχολής. Βλέπουμε δηλαδή, τμήματα που προβλεπόταν στον ιδρυτικό νόμο της σχολής να καταργούνται πριν καλά- καλά αρχίσει η λειτουργία της σχολής, δεδομένου ότι η πρώτη εκπαιδευτική σειρά άρχισε την εκπαίδευσή της τον επόμενο χρόνο, το 1987. Αίτια για αυτή την κατάσταση ήταν το υπερβολικό οικονομικό κόστος λειτουργίας  όλων αυτών των τμημάτων;  Ή η εξειδίκευση  κρινόταν υπερβολική, σε σχέση και με το υπόδειγμα της ΕΝΑ[9], δεδομένου ότι τέσσερα τμήματα θα προοριζόταν να παράγουν στελέχη για την κεντρική διοίκηση των υπουργείων; Γεγονός είναι πάντως ότι κατά τον Κοσμά Ψυχοπαίδη, πρώτο διευθυντή της ΕΣΔΔ την περίοδο από τη θεσμοθέτηση έως την αρχική λειτουργία της «η τότε πολιτική ηγεσία της χώρας, αμέσως μετά την ίδρυση της Σχολής φάνηκε να αναρωτιέται για το νέο θεσμό που η ίδια δημιούργησε» ( Ντόλκα, 2002, σ. 22). 

 Η ουσιαστική όμως αποψίλωση ξεκίνησε με την κατάργηση- ουσιαστική αλλά ταυτόχρονα έμμεση-  του τμήματος διοικητικής δικαιοσύνης τον Οκτώβριο του 1989 με βάση τον νόμο 1868. Ο νόμος αυτός προέβλεπε την πρόσληψη εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας  μετά από διαγωνισμό ο οποίος θα πραγματοποιούνταν με ευθύνη του ίδιου του συμβουλίου ( Νόμος 1868/ 1989 , άρθρο 9)[10]. Άλλωστε από την αρχή των προσπαθειών ίδρυσης της ΕΣΔΔ το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιδρούσε στην υπαγωγή σε αυτήν της εκπαίδευσης των διοικητικών δικαστών. Με αυτή δε την καθυστέρηση σχετίζεται και η αργοπορημένη ψήφιση του ιδρυτικού νόμου -29 Αυγούστου 1983- σε σχέση με την αρχική κατάθεσή του στη Βουλή στις 15 Απριλίου 1983. Η παρέμβαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας  δικαιολογήθηκε από το γεγονός ότι στη χώρα μας τα μέλη του δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως στη γαλλική περίπτωση όπου αποφοιτούν από την ΕΝΑ και «στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους τα μέλη του είναι πιθανόν να περάσουν χρονικά διαστήματα εργαζόμενα σε ανώτερες θέσεις άλλων τμημάτων της κρατικής μηχανής.» (Ghandler,  2003, σ.142), αλλά «οι διοικητικοί δικαστές θεωρούνται από το Σύνταγμα ως εγγυητές της ανεξαρτησίας του Σώματός τους.» ( Φλογαϊτης, 1987, σ. 277).

 Τον επόμενο χρόνο η αποψίλωση συνεχίστηκε με την αφαίρεση του τμήματος διπλωματικής κατεύθυνσης. Το τμήμα αυτό είχε ιδρυθεί προκειμένου να αντικαταστήσει το κέντρο Διπλωματικών Σπουδών του Υπουργείου Εξωτερικών και καταργήθηκε τον Ιούλιο του 1990 με βάση το νόμο 1892. Έκτοτε η ευθύνη για την εκπαίδευση των νέων διπλωματών περιήλθε και πάλι στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Κέντρο Διπλωματικών Σπουδών, το οποίο από το 1999 μετονομάστηκε σε Διπλωματική Ακαδημία. Το τμήμα αυτό της ΕΣΔΔ «πάντοτε αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και διαθέσεις είτε άλωσης είτε υπονόμευσης από το Υπουργείο Εξωτερικών» (Μακρυδημήτρης, 1999, σ. 283) μια και αυτό παραδοσιακά είχε την ευθύνη εκπαίδευσης των διπλωματών της χώρας. Όλα αυτά συνέβησαν κατά την πρώτη φάση λειτουργίας της σχολής, η οποία κατά τον Αθανάσιο Γρίβα χαρακτηρίστηκε- όπως θα δειχθεί και παρακάτω- από την υπονόμευση  του ρόλου της ως ενιαίου φορέα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων ( Γρίβας, 1995, σ.13). Σε αυτή την περίοδο έχουμε την παρέμβαση άλλων φορέων του δημοσίου, οι οποίοι παραδοσιακά κρατούσαν για λογαριασμό τους την εκπαίδευση του προσωπικού τους, προνόμιο που αισθάνθηκαν ότι το έχαναν με τη δημιουργία της σχολής, και προσπάθησαν –και τελικά πέτυχαν- να το επανακτήσουν. Τα τμήματα αυτά που δημιούργησε η ΕΣΔΔ είχαν μεγάλο κύρος το οποίο σαφώς και το αποστερούσαν από αυτούς. Για αυτή την περίοδο στην πορεία της ΕΣΣΔ ευσταθεί η παρατήρηση της Βασιλικής Μεσθανέως ότι ίσως «ο ακρωτηριασμός να υπήρξε, δυστυχώς, το πανάκριβο αντίτιμο της επιβίωσής της.» (Μεσθανέως, 1999, σ. 12). Γιατί κατά την ίδια «ήταν τα χρόνια 1989 και 1990, εποχή πλήρους αμφισβήτησης όχι μόνου του έργου, αλλά και της χρησιμότητας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, με κριτήρια, δυστυχώς, πολιτικού χαρακτήρος.» (Μεσθανέως, 1999, σ. 12). Έτσι πριν ολοκληρωθεί η δεκαετία του ΄90 η ΕΣΔΔ φαίνεται ότι έχασε ήδη στις τέσσερις μεγάλες προκλήσεις με τις οποίες είχε τεθεί αντιμέτωπη, όπως φαίνεται και από τις αντιπαραθέσεις στον τύπο της εποχής: α) να παράξει στελέχη της διοικητικής δικαιοσύνης, β) να παράξει στελέχη του διπλωματικού σώματος, γ) να παράξει διυπουργικά στελέχη και δ) να παράξει στελέχη ταχείας εξέλιξης εντός της διοικητικής μηχανής[11]. Και στα τέσσερα σημεία η ενυπάρχουσα διοικητική κουλτούρα απορρόφησε τις όποιες διαθέσεις αλλαγής και καινοτομιών υπήρξαν. Από εκεί και πέρα βάδισε και βαδίζει σε έναν «ελληνικό» δρόμο προσθαφαίρεσης τμημάτων, αυξομείωσης αριθμού σπουδαστών και μικροπαραχωρήσεων από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του τόπου, χωρίς συνταρακτικές αλλαγές.  

 

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ- ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Αγγελόπουλος, Γ. (1914). Δίκαιον των πολιτικών υπαλλήλων. Αθήνα

Βαρβαρέσος, Κ. (2002). Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας. Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας

Β. Δ. 323/ 7- 14 Μαϊου του 1969. «Περί οργανώσεως και λειτουργίας  του Κέντρου Μετεκπαιδεύσεως Οργάνων Δημόσιας Διοίκησης (ΚΜΟΔΔ)», (ΦΕΚ 95, τ. Α΄).

Γρίβας, Αθ. (1995). Δέκα χρόνια ΕΣΔΔ. Διπλωματική εργασία (ανέκδοτη), ΕΣΔΔ, Θ΄ Εκπαιδευτική  Σειρά, Ταύρος

Chandler, J.A. (2003). Δημόσια διοίκηση: συγκριτική ανάλυση (επιστημονική επιμέλεια Κ. Σπανού). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση

Καρκατσούλης, Π.(1998), Διοικητική μεταρρύθμιση και προεισαγωγική εκπαίδευση. Αθήνα- Κομοτηνή : Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα

Langrod, G. (1964α). Έκθεσις αφορώσα την αναδιοργάνωσιν των Δημοσίων Υπηρεσιών  εν Ελλάδι». Αθήνα

Langrod, G. (1964β). Έκθεσις αφορώσα την διοικητικήν αναδιοργάνωσιν εν Ελλάδι . Αθήνα

Μακρυδημήτρης, Α. & Μιχαλόπουλος, Ν. (2000, επιμ.). Εκθέσεις εμπειρογνωμόνων για τη δημόσια διοίκηση 1950- 1998. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση

Μακρυδημήτρης, Α. (1999). Διοίκηση και κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο

Μαραγκόπουλος, Γ. (1950). Μέθοδοι επιλογής και εκπαιδεύσεως του προσωπικού της διοίκησης, στο: Μακρυδημήτρης, Α. & Μιχαλόπουλος, Ν. (2000, επιμ.). Εκθέσεις εμπειρογνωμόνων για τη δημόσια διοίκηση 1950- 1998. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση

Μεσθανέως, Β., Η γαλλική ΕΝΑ, περ. Διοικητική Ενημέρωση, τχ. 7, Ιανουάριος 1997, σ. 39- 47

Μεσθανέως, Β., Ομιλία στην εκδήλωση της Ένωσης Αποφοίτων της  ΕΣΔΔ προς τιμήν του προέδρου κ. Μιχαήλ Δεκλερή, περ. Ρηξικέλευθον, τχ. 9, Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1999

Μπαμπίλης, Χ. (1987). Η κυβερνητική πολιτική για τη διαμόρφωση συντονιστικού διοικητικού φορέα της δημόσιας Διοίκησης κατά τα έτη 1946- 1965. Αθήνα- Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα

Νόμος 3000/ 10- 12 Αυγούστου 1922   «Περί ιδρύσως Σχολής Διοικητικών Υπαλλήλων», (ΦΕΚ 143, τ. Α΄)

Νόμος 232/ 9 Δεκεμβρίου 1975 « Περί επιμορφώσεως δημοσίων υπαλλήλων», (ΦΕΚ 205, τ.Α΄)

Νόμος 1388/ 29 Αυγούστου 1983 « Ίδρυση Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης», (ΦΕΚ 113, τ.Α΄)

Νόμος 1868/ 10 Οκτωβρίου 1989 ( ΦΕΚ 230, τ. Α΄)

Νόμος 1892/ 31 Ιουλίου 1990 (ΦΕΚ 101, τ. Α΄).

Νομοσχέδιο «περί καταστάσεως δημοσίων υπαλλήλων, υπηρεσιών αναγομένων εις τά Υπουργεία τών Εσωτερικών, τών Οικονομικών, τής Δικαιοσύνης και τών Εκκλησιαστικών και τής Δημ. Εκπαιδεύσεως». Στο Παράρτημα της εφημερίδος της Βουλής της Α΄ συνόδου της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου. (1906). Εν Αθήναις Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου

Ντόλκα, Μ. (2002). Αποτίμηση του μέχρι τώρα ρόλου της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης στο διοικητικό εκσυγχρονισμό και οι προοπτικές για το μέλλον. Ανέκδοτη εργασία, ΕΣΔΔ, ΙΓ΄ Εκπαιδευτική Σειρά, Ταύρος

Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της εκτάκτου συνόδου της ΙΖ΄ βουλευτικής περιόδου. (1906). Εν Αθήναις: Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου

Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων, Τμήμα Θερινών Διακοπών 1983, τόμος 9ος , συνεδρίαση ΙΘ΄ ( 21 Ιουλίου 1983)

Spanou, K., Penelope’s Suitors: administrative modernisation and party competition in Greece, περ. West European Politics, τόμος 19, τχ. 1, Ιανουάριος 1996, σ. 97- 124

Υπουργείον Προεδρίας της Κυβερνήσεως. (1971). Έκθεσις επί της προόδου του προγράμματος της Διοικητικής Μεταρρυθμίσεως. Αθήνα

Υπουργική Απόφαση 46120/ 30 Ιανουαρίου 1992

Φλογαϊτης, Σπ. (1987). Το Ελληνικό διοικητικό σύστημα. Αθήνα- Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα

Φλογαϊτης, Σ. (1996). Ίδρυση και εξέλιξη του ΕΚΔΔ, στο: Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, δέκα χρόνια λειτουργίας (περιλήψεις εισηγήσεων), Επιχειρησιακό πρόγραμμα΄΄Κλεισθένης΄΄, Αθήνα

http://www.ena.fr.


---

[1] Ο Γ. Αγγελόπουλος σχετικά είχε παρατηρήσει ότι  «Εις την πολιτικήν επιστήμην απομένει να υποδείξει ως χρησιμοτάτην εις συμπλήρωσιν των υπαλληλικών ημών θεσμών την ίδρυσιν ειδικής σχολής των πολιτικών υπαλλήλων της διοικήσεως, πλήν των προοριζόμενων διά τάς τεχνικάς υπηρεσίας και εκείνων παρ’ ων απαιτούνται γνώσεις αναγόμεναι εις τόν κύκλον των φιλοσοφικών και κυρίως των νομικών και φυσικομαθηματικών επιστημών.», βλ. Αγγελόπουλος, 1914, σ. 71.

[2] Για το ιστορικό της μετάκλησης του Georges Langrod από τον ΟΟΣΑ βλ. Μπαμπίλης, 1987, σ. 183- 186.

[3] Για τη δράση και το σκεπτικό ίδρυσης και λειτουργίας του ΚΜΟΔΔ βλ. Υπουργείον Προεδρίας της Κυβερνήσεως, 1971, σ. 31-39. Το  ανωτέρω κείμενο- έκθεση συντάχθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυριανόπουλο, ο οποίος κατείχε τη θέση του Γενικού Διευθυντή της 3ης Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Συντονισμού ήδη από την περίοδο της έλευσης του G. Langrod στην Ελλάδα, καθώς και τη θέση του συμβούλου του ΑΣΔΥ από την ίδρυσή του. Η παρουσία του όλη αυτήν την περίοδο χρήζει περαιτέρω μελέτης σε συνάφεια με το ρόλο των τεχνοκρατών στη χάραξη των πολιτικών την μεταπολεμική περίοδο .

[4] Εξαιτίας αυτής της τελευταίας πρόβλεψης για τα προσόντα συμμετοχής στο διαγωνισμό, προκύπτει και ο ρητά δηλωμένος, μη μεταπτυχιακός τίτλος για τους αποφοίτους της σχολής. Γιατί, πως η ΕΣΔΔ θα χορηγούσε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών σε κάποιον ο οποίος δε θα είχε  στην κατοχή του πτυχίο ελληνικού πανεπιστημίου; 

[5] Για τη σημασία των μεγάλων σωμάτων στην παράδοση της γαλλικής δημόσιας βλ.. Chandler, 2003, σ. 109- 152. Από όλες τις παραπάνω εκθέσεις που παρουσιάστηκαν, μόνο σε αυτή του Σταυριανόπουλου γίνεται ρητή αναφορά στη μη επάρκεια του προτύπου της ΕΝΑ ως οδηγού για την Ελληνική περίπτωση. Για αυτή την έκθεση αυτό που προείχε ήταν η αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών των δύο υψηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων καθώς και η δημιουργία του κατάλληλου διδακτικού προσωπικού για την επάνδρωση μιας σχολής εκπαίδευσης υπαλλήλων (Υπουργείον Προεδρίας της Κυβερνήσεως, 1971, σ. 38). Τέτοιες παράμετροι είναι απαραίτητοι να μελετώνται σε ανάλογα εγχειρήματα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο τυφλός εκπαιδευτικός δανεισμός.      

[6] Για τη Γαλλική ΕΝΑ βλ. Μεσθανέως, 1997, σ. 39- 47, καθώς επίσης και στο δικτυακό τόπο: www.ena.fr.

[7] Χαρακτηριστικά ο Γ. Παπανδρέου έλεγε: « Αυτό γίνεται για να υπάρξει η ευελιξία της Σχολής, αλλά ιδιαίτερα και για να μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε στην επιμόρφωση των υπαλλήλων ανθρώπους όχι απλά ακαδημαϊκούς με θεωρητικές γνώσεις, αλλά ανθρώπους με πείρα, ανθρώπους με εμπειρίες ζωής». Βλ. Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων,  1983, σ. 694.

[8] Τυπικό προσόν για την ένταξη στη σχολή ήταν, για αυτήν την κατεύθυνση,  η κατοχή πτυχίου νομικών σπουδών. Λόγω των αντιδράσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας άργησε κατά δύο χρόνια περίπου και η έναρξη της λειτουργίας των μαθημάτων στην ΕΣΔΔ σε σχέση με τον ιδρυτικό νόμο 1388/ 1983.

[9] Η ΕΝΑ προορίζεται να εξάγει αποφοίτους polyvelance, με σύνθετες δεξιότητες δηλαδή, οι οποίες καλύπτονται από τη μη διαφοροποίηση της εκπαίδευσης εντός της σε επιμέρους κατευθύνσεις. (  Μεσθανέως, 1997, σ. 43).

[10] Αργότερα οι Διοικητικοί Δικαστές άρχισαν να αποφοιτούν από την Εθνική Σχολή Δικαστών, που συστάθηκε με το νόμο 2236/ 1994 και έκτοτε εδρεύει στη Θεσσαλονίκη.

[11] Σε σχέση με το υπηρεσιακό καθεστώς των αποφοίτων της σχολής παρατηρείται και εδώ ένας υποβιβασμός, αν και δεν υπήρχε ρητή πρόβλεψη στον ιδρυτικό νόμο της σχολής. Αυτό το κενό ήρθε να ρυθμιστεί αργότερα, όταν θα αποφοιτούσε η  πρώτη εκπαιδευτική σειρά Έτσι ενώ αρχικά ο Νόμος 1810/ 1988 προέβλεπε το διορισμό στο ενδέκατο μισθολογικό κλιμάκιο, με βαθμό Α΄ «παρά τω διευθυντή» και αυτοτελής κρίση των αποφοίτων μετά από δεκαοκτώ μήνες, αργότερα  ο νόμος 2527/ 1997- που ήρθε σε αντικατάσταση του προηγούμενου- προέβλεπε το διορισμό στο βαθμό Β΄ μετά την αποφοίτηση, την κατάργηση της αυτοτελούς κρίσεως και την αντικατάστασή τους από ποσόστωση 20% για το βαθμό του τμηματάρχη. Η υποβάθμιση αυτή συνέβη τη δεκαετία του 1990 αλλά  ήρθε σε συνέχεια των  λογικών που περιγράφηκαν παραπάνω.